«Η ιδέα της καταγραφής των συνολικών επιπτώσεων από την διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στην Αθήνα σε μια “Μαύρη Βίβλο”, έχει συζητηθεί
εδώ και πολύ καιρό σε κάποιους κύκλους, οι οποίοι είχαν εκφράσει τις επιφυλάξεις τους ή την συνολική τους αντίθεση στο όλο εγχείρημα…(Είναι) γεγονός όμως ότι δεν λειτούργησε κάποιος “μηχανισμός” που να καταφέρει να ταξινομήσει, να επεξεργαστεί και να αξιολογήσει το τεράστιο υλικό που είχε συγκεντρωθεί τα 8 χρόνια που προηγήθηκαν των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004…Ίσως, για μια ακόμη φορά, το κενό αυτό καλυφθεί από ακαδημαϊκές μελέτες και έρευνες, από διδακτορικές και μεταπτυχιακές διατριβές. Ας ελπίσουμε ότι η ιστορία δεν θα γραφτεί τελικά αποκλειστικά από τους ισχυρούς, από αυτούς που έχουν το χρήμα και ελέγχουν τους μηχανισμούς των ΜΜΕ, από τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης. Ας ελπίσουμε ότι οι όποιες αντιστάσεις δεν αφομοιώθηκαν, θα μπορέσουν να βρουν τα “περάσματα” και να αναδείξουν το τι συνέβη πραγματικά στη χώρα μας με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 στην Αθήνα…»Τα παραπάνω γράφονταν τον Νοέμβριο του 2004, στον πρόλογο του βιβλίου μου «Η άλλη όψη της Ολυμπιάδας 2004» (εκδόσεις ΚΨΜ), το οποίο αποτέλεσε
μια πρώτη «…ατομική και αποσπασματική παρουσίαση κάποιων πτυχών της Ολυμπιακής Αθήνας και κάποιων επιλεγμένων “αδέσποτων” απόψεων, προκειμένου να καταγραφούν κάποια “ίχνη” έστω, διαφορετικών στάσεων αλλά και αντιστάσεων που εκδηλώθηκαν ενάντια στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004…»
Σήμερα, 6 χρόνια μετά, δεν έχουν γίνει ακόμη σοβαρές απόπειρες να αναλυθεί
και να αξιολογηθεί η Ολυμπιακή περιπέτεια της χώρας μας. Πρόσφατα, το αρχείο της «Πρωτοβουλίας ενάντια στην Ολυμπιάδα 2004» και της «Καμπάνιας Αντί – 2004», παραχωρήθηκε στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και βρίσκεται στην Βιβλιοθήκη - Κέντρο Πληροφόρησης (Ρέθυμνο), προκειμένου να καταλογογραφηθεί και να είναι διαθέσιμο σε κάθε ενδιαφερόμενο.
Αξίζει ωστόσο να επισημάνουμε ότι σήμερα, 6 χρόνια μετά τους Ο.Α του 2004, δεν έχει ζητηθεί και δεν έχει συσταθεί καμιά «εξεταστική επιτροπή» της Βουλής, προκειμένου να διερευνήσει και να καταλογίσει ευθύνες στους πρωταγωνιστές της αρπαγής της δημόσιας περιουσίας και του δημόσιου χρήματος, στους πρωταγωνιστές της λεηλασίας των ελεύθερων χώρων της Αττικής και του φυσικού περιβάλλοντος, με αφορμή την διεξαγωγή των Ο.Α του 2004 στην Αθήνα.
Γιατί άραγε;





Ε.ΘΕ.Λ. Α.Ε. Τις τελευταίες μέρες τα τηλεοπτικά φερέφωνα της κυβέρνησης και των καπιταλιστών έχουν κάνει κεντρικό τους θέμα τα χρέη των ΔΕΚΟ και ειδικά της ΕΘΕΛ και του ΟΣΕ. Μας πληροφορούν λοιπόν ότι χρέη των δύο οργανισμών που συσσωρεύτηκαν τα τελευταία 20 χρόνια αγγίζουν τα 13 δις. Που οφείλονται αυτά τα χρέη; “Μα που αλλού, στους εργαζόμενους, τους παχυλούς μισθούς, στη δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία κ.ο.κ.” Μάλιστα. Τι πρέπει να γίνει; Η γνωστή συνταγή. “Να βγούνε στο σφυρί. Να τους πάρει ένας ιδιώτης και να βάλει τάξη”. “Να μειώσει το προσωπικό”, φορτώνοντας φυσικά το κόστος των “εθελούσιων” στον κρατικό προϋπολογισμό, “να μειώσει τα παθητικά δρομολόγια, να κρατήσει μόνο τις κερδοφόρες γραμμές και φυσικά να αυξήσει τα εισιτήρια”. Και φυσικά μπόλικη προπαγάνδα ότι δήθεν θα απαλλαχθεί ο προϋπολογισμός από άλλο ένα αγκάθι κλπ κλπ.Αυτό που δεν μας λένε όμως είναι πως δημιουργήθηκαν τα χρέη αυτών των οργανισμών. Για το πάρτι που στήθηκε με τις προμήθειες αμαξοστοιχιών που δεν κινήθηκαν ποτέ και το οποίο γνωρίζει με λεπτομέρειες ο Μαντέλης. Δεν μας λένε για τις μίζες, δεν μας λένε για το πώς οι διοικήσεις φόρτωναν με χρέη για αναλώσιμα που ποτέ δεν έφταναν στις αποθήκες των οργανισμών αυτών. Δεν μας λένε για τους μισθούς των στελεχών. Ας ανοίξει ο φάκελος να δούμε τους μιζαδόρους, να δούμε που πήγαν τα λεφτά και γιατί φτάσαμε στα 13 δις χρέη. Αν υποθέσουμε ότι πράγματι υπάρχουν αυτά τα χρέη.
δυο σχόλια σχετικά με την πρόταση για την άρνηση της πληρωμής του χρέους και την έξοδο από το ευρώ, την οποία ταυτίζουν με την αναδιαπραγμάτευση του χρέους και έτσι αποφαίνεται ο ανώνυμος αρθρογράφος της εφημερίδας ότι «όσο κι αν καμώνονται και οι μεν και οι δε, ότι οι προτάσεις τους αποτελούν το αντίδοτο στην κρίση, η πραγματικότητα είναι διαφορετική.